Ρευματοειδής Αρθρίτιδα

Ρευματοειδής Αρθρίτιδα

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι μια μακροχρόνια συστηματική αυτοάνοση νόσος που μπορεί να προκαλέσει πόνο, οίδημα και περιορισμό κινήσεων στις αρθρώσεις. Ο όρος “συστηματική” υποδηλώνει ότι επηρεάζει διάφορα όργανα και  συστήματα του σώματος, με το μυοσκελετικό σύστημα να επηρεάζεται περισσότερο. Προσβάλλει συνήθως μικρότερες αρθρώσεις, όπως οι αρθρώσεις στα χέρια και τα πόδια, αλλά μπορεί επίσης να προσβάλλει μεγάλες αρθρώσεις όπως τα γόνατα και Ισχία. Έχει μια γενετική συνιστώσα, που σημαίνει ότι ορισμένα άτομα είναι πιο επιρρεπή στην ανάπτυξη της νόσου.

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα προσβάλλει σχεδόν 1 στους 50 ανθρώπους και είναι πιο συχνή στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες. Η ειδοποιός διαφορά της από την οστεοαρθρίτιδα είναι ότι προκύπτει όταν αποδυναμώνεται το ανοσοποιητικό σύστημα με αποτέλεσμα να επιτίθεται στις αρθρώσεις. Ξεκινώντας από τα μαλακά μόρια γύρω από τις αρθρώσεις, μπορεί να καταλήξει να προσβάλλει το χόνδρο των αρθρώσεων. Από την άλλη, η οστεοαρθρίτιδα προκύπτει όταν ο χόνδρος που προστατεύει τις αρθρώσεις εκφυλίζεται. Η διάγνωση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας σε πρώιμο στάδιο είναι καθοριστικής σημασίας, καθώς πρόκειται για μια σοβαρή ασθένεια. Σε κάποιους ασθενείς εμφανίζει χαρακτηριστική αύξηση σε κάποιες εργαστηριακές τιμές, ( οροθετική ) και σε κάποιους όχι ( οροαρνητική ρευματοειδής αρθρίτις)

Ποια είναι τα συμπτώματα της ρευματοειδούς αρθρίτιδας;

Τα συμπτώματα της ρευματοειδούς αρθρίτιδας είναι πόνος και δυσκαμψία σε τουλάχιστον 3 αρθρώσεις. Τα άτομα με ρευματοειδή αρθρίτιδα μπορεί να βιώνουν αυτά τα συμπτώματα με διαφορετικούς τρόπους, οι οποίοι μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • πόνο ή οίδημα στις αρθρώσεις και των δύο χεριών ή και των δύο ποδιών
  • πρωινή δυσκαμψία στις αρθρώσεις για περισσότερο από 30 λεπτά
  • πίεση των νεύρων που μπορεί να οφείλεται σε σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, ωλένια νευρίτιδα, σύνδρομο ταρσιαίου σωλήνα
  • συμμετρική προσβολή της ίδιας άρθρωσης και στις δύο πλευρές του σώματος να προσβάλλονται
  • αίσθημα κόπωσης
  • απώλεια βάρους και εξασθένιση μυών

Από τι προκαλείται η ρευματοειδής αρθρίτιδα;

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα χαρακτηρίζεται ως αυτοάνοση πάθηση, που σημαίνει ότι το ανοσοποιητικό σύστημα λειτουργεί ασυνήθιστα, παράγοντας αντισώματα που στοχεύουν τους ίδιους τους ιστούς του (γνωστά ως αυτοαντισώματα), οδηγώντας σε φλεγμονή σε διάφορα όργανα. Πιστεύεται ότι σχετίζεται με συγκεκριμένα γονίδια που διαθέτουν τα άτομα, γεγονός που υποδηλώνει γενετική προδιάθεση. Συνήθως, υπάρχει ένας αιτιολογικός παράγοντας, όπως μια λοίμωξη ή η έκθεση σε δυσμενές περιβάλλον, που ενεργοποιεί αυτά τα γονίδια. Ως αποτέλεσμα, το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει αντισώματα που επιτίθενται στους ιστούς του σώματος, επηρεάζοντας κυρίως τις αρθρώσεις. Αυτή η φλεγμονώδης διαδικασία επηρεάζει τον αρθρικό υμένα, προκαλώντας φλεγμονή (υμενίτιδα),συλλογή υγρού στις αρθρώσεις, που σταδιακά οδηγεί σε διάβρωση των χόνδρων, καθώς και σε βλάβες στους τένοντες και τους συνδέσμους.

Πώς διαγιγνώσκεται η ρευματοειδής αρθρίτιδα;

Η διάγνωση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας είναι δύσκολη στα αρχικά της στάδια λόγω των κοινών συμπτωμάτων της με άλλες παθήσεις. Τελική διάγνωση μπορεί να επέλθει μέσω της κλινικής εικόνας σε συνδυασμό με εργαστηριακό έλεγχο και απεικονιστικών εξετάσεων.

Οι απεικονιστικές εξετάσεις που μπορεί να ζητηθούν συγκαταλέγονται:

  • Ακτινογραφία
  • Μαγνητική τομογραφία
  • Υπερηχογράφημα
  • Βιοχημικές εξετάσεις
  • Βιοψία αρθρικού υμένα

Πώς αντιμετωπίζεται η ρευματοειδής αρθρίτιδα;

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι μια χρόνια πάθηση χωρίς οριστική θεραπεία. Ωστόσο, η έγκαιρη διάγνωση και η κατάλληλη θεραπεία μπορούν να βοηθήσουν τα άτομα να βιώσουν παρατεταμένες περιόδους χωρίς σοβαρά συμπτώματα, επιτρέποντάς τους να ζήσουν μια φυσιολογική ζωή και να συνεχίσουν τις καθημερινές τους δραστηριότητες.

Οι κύριες θεραπευτικές επιλογές περιλαμβάνουν σε πρώτο στάδιο συντηρητικά μέτρα όπως:

  • Φαρμακευτική αγωγή  για την ανακούφιση των συμπτωμάτων και την επιβράδυνση της εξέλιξης της πάθησης
  • Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα για την ανακούφιση του πόνου και μείωση της φλεγμονής
  • Στεροειδή που μειώνουν τη φλεγμονή και τον πόνο και επιβραδύνουν τη βλάβη των αρθρώσεων
  • Αντιρρευματικά φάρμακα που τροποποιούν την ασθένεια
  • Τροποποιητές της βιολογικής απόκρισης που στοχεύουν σε τμήματα του ανοσοποιητικού συστήματος που προκαλούν την φλεγμονή που προκαλεί βλάβη στις αρθρώσεις και στους ιστούς
  • Υποστηρικτικές θεραπείες, όπως η φυσικοθεραπεία και η εργοθεραπεία

Η χειρουργική επέμβαση μπορεί να διορθώσει τα προβλήματα των αρθρώσεων που προκαλούνται από τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, αποκαθιστώντας τη λειτουργία των αρθρώσεων και μειώνοντας τον πόνο.

Η χειρουργική επέμβαση ρευματοειδούς αρθρίτιδας μπορεί να περιλαμβάνει:

  • Υμενεκτομή
  • Αποκατάσταση τενόντων
  • Αρθρόδεση
  • Ολική Αρθροπλαστική

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, επικοινωνήστε άμεσα με τον Χειρουργό – Ορθοπαιδικό Δρ. Σπυρίδων Αρμπή.

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα εμφανίζεται συχνότερα στις μικρές αρθρώσεις των χεριών και των ποδιών, όπως στα δάκτυλα και στους καρπούς. Συχνή είναι επίσης η προσβολή των αστραγάλων και των γονάτων, ενώ σε πιο προχωρημένα στάδια μπορεί να επηρεαστούν και μεγαλύτερες αρθρώσεις. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της νόσου είναι η συμμετρική προσβολή, δηλαδή οι ίδιες αρθρώσεις και στις δύο πλευρές του σώματος παρουσιάζουν φλεγμονή και συμπτώματα ταυτόχρονα. Το στοιχείο αυτό βοηθά στη διαφοροποίηση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας από άλλες μορφές αρθρίτιδας.

Τα πιο συχνά συμπτώματα της νόσου περιλαμβάνουν πόνο, πρήξιμο και δυσκαμψία στις προσβεβλημένες αρθρώσεις. Η πρωινή δυσκαμψία, η οποία διαρκεί περισσότερο από 30 λεπτά, αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα. Πολλοί ασθενείς εμφανίζουν επίσης έντονη κόπωση, αίσθημα γενικής αδυναμίας και μείωση της αντοχής. Σε πιο προχωρημένα στάδια, η συνεχής φλεγμονή μπορεί να οδηγήσει σε παραμορφώσεις των αρθρώσεων, περιορισμό της κινητικότητας και δυσκολία στην εκτέλεση καθημερινών δραστηριοτήτων.

Η ακριβής αιτία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας δεν είναι πλήρως γνωστή. Ωστόσο, πρόκειται για αυτοάνοση διαταραχή, κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στους ίδιους τους ιστούς του σώματος. Υπάρχει γενετική προδιάθεση, ενώ διάφοροι περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορούν να πυροδοτήσουν την εμφάνιση της νόσου. Η φλεγμονή ξεκινά από τον αρθρικό υμένα και σταδιακά προκαλεί συλλογή υγρού, διάβρωση του χόνδρου και βλάβες στους γύρω ιστούς, όπως τένοντες και συνδέσμους.

Η νόσος χαρακτηρίζεται από περιόδους έξαρσης και ύφεσης. Στα αρχικά στάδια, τα συμπτώματα μπορεί να είναι ήπια και διαλείποντα, γεγονός που δυσκολεύει τη διάγνωση. Με την πάροδο του χρόνου, εάν δεν υπάρξει έγκαιρη αντιμετώπιση, η φλεγμονή γίνεται πιο έντονη και μόνιμη, οδηγώντας σε προοδευτική καταστροφή των αρθρώσεων. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να προκαλέσει παραμορφώσεις, απώλεια λειτουργικότητας και σημαντικό περιορισμό της κινητικότητας.

Η διάγνωση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας δεν βασίζεται σε μία μόνο εξέταση, αλλά σε συνδυασμό κλινικών, εργαστηριακών και απεικονιστικών ευρημάτων. Στα αρχικά στάδια τα συμπτώματα μπορεί να είναι ήπια, γεγονός που δυσκολεύει την έγκαιρη αναγνώριση της νόσου. Κατά την κλινική εξέταση αξιολογούνται ο πόνος, το οίδημα, η δυσκαμψία και η συμμετρική προσβολή των αρθρώσεων. Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρωινή δυσκαμψία και η προσβολή πολλών αρθρώσεων. Ο εργαστηριακός έλεγχος περιλαμβάνει εξετάσεις αίματος που δείχνουν φλεγμονή ή ειδικά αντισώματα. Οι απεικονιστικές εξετάσεις βοηθούν στον εντοπισμό της φλεγμονής του αρθρικού υμένα και στην εκτίμηση της έκτασης των βλαβών. Η έγκαιρη διάγνωση επιτρέπει την άμεση έναρξη θεραπείας και μειώνει τον κίνδυνο μόνιμης καταστροφής των αρθρώσεων.

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα δεν μπορεί να θεραπευτεί πλήρως, καθώς πρόκειται για μια χρόνια αυτοάνοση πάθηση με προοδευτική πορεία. Η φλεγμονώδης διεργασία που προκαλεί τη νόσο δεν εξαλείφεται οριστικά, ωστόσο μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά με την κατάλληλη θεραπευτική προσέγγιση. Η έγκαιρη διάγνωση και η σωστά σχεδιασμένη αγωγή μπορούν να περιορίσουν τη φλεγμονή, να μειώσουν τον πόνο και να επιβραδύνουν σημαντικά την εξέλιξη της νόσου. Σε πολλές περιπτώσεις επιτυγχάνονται περίοδοι ύφεσης, κατά τις οποίες τα συμπτώματα υποχωρούν και η νόσος παραμένει υπό έλεγχο. Κύριος στόχος της θεραπείας είναι η διατήρηση της λειτουργικότητας των αρθρώσεων και η αποφυγή μόνιμων και μη αναστρέψιμων βλαβών.

Η φαρμακευτική αγωγή αποτελεί τον βασικό πυλώνα στη διαχείριση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Στόχος της είναι η μείωση της φλεγμονής, η ανακούφιση από τον πόνο και η επιβράδυνση ή αναστολή της εξέλιξης της νόσου. Χρησιμοποιούνται αντιφλεγμονώδη φάρμακα και κορτικοστεροειδή για τον έλεγχο των συμπτωμάτων, καθώς και ειδικά αντιρευματικά φάρμακα που επηρεάζουν τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος. Η θεραπεία προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε ασθενούς, ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου και την ανταπόκριση στην αγωγή. Απαραίτητη είναι η τακτική ιατρική παρακολούθηση, ώστε να επιτυγχάνεται το καλύτερο δυνατό θεραπευτικό αποτέλεσμα και να περιορίζονται οι επιπλοκές.

Η φυσικοθεραπεία αποτελεί ουσιαστικό συμπλήρωμα της φαρμακευτικής αγωγής στη ρευματοειδή αρθρίτιδα και συμβάλλει σημαντικά στη διατήρηση της κινητικότητας των αρθρώσεων. Μέσα από εξατομικευμένα προγράμματα ασκήσεων ενισχύεται η μυϊκή δύναμη, βελτιώνεται η ευκαμψία και μειώνεται η δυσκαμψία που προκαλεί η φλεγμονή. Η συστηματική αποκατάσταση βοηθά τον ασθενή να διατηρήσει τη λειτουργικότητα και την αυτονομία του στην καθημερινή ζωή. Παράλληλα, μειώνεται ο κίνδυνος περαιτέρω περιορισμού της κίνησης και επιβράδυνσης της φυσικής δραστηριότητας. Η σωστή καθοδήγηση από ειδικό συμβάλλει ουσιαστικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής.

Η χειρουργική αντιμετώπιση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας εξετάζεται όταν η νόσος έχει οδηγήσει σε σοβαρές και μόνιμες βλάβες των αρθρώσεων και η συντηρητική θεραπεία δεν επαρκεί για τον έλεγχο των συμπτωμάτων. Σε προχωρημένα στάδια, η συνεχής φλεγμονή μπορεί να προκαλέσει παραμορφώσεις, έντονο πόνο και σημαντικό περιορισμό της κινητικότητας. Στις περιπτώσεις αυτές, η χειρουργική παρέμβαση στοχεύει στη μείωση του πόνου και στη βελτίωση της λειτουργικότητας της άρθρωσης. Ανάλογα με τη βαρύτητα της βλάβης, μπορεί να εφαρμοστούν διαφορετικές χειρουργικές τεχνικές. Η απόφαση για χειρουργική θεραπεία λαμβάνεται εξατομικευμένα, με βάση το στάδιο της νόσου, τα συμπτώματα και τις ανάγκες του ασθενούς.

Αρμπής Σπυρίδων
Privacy Overview

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful.