Κατάγματα Ισχίου

Το κάταγμα ισχίου αποτελεί έναν σοβαρό τραυματισμό που αφορά κυρίως άτομα μεγαλύτερης ηλικίας.
Η άρθρωση του ισχίου είναι μια από τις σημαντικότερες αρθρώσεις του σώματος, καθώς συμμετέχει στη στήριξη του βάρους και στην κίνηση των κάτω άκρων. Με την πάροδο της ηλικίας, η μυϊκή αδυναμία, η μειωμένη ισορροπία και κυρίως η οστεοπόρωση αυξάνουν τον κίνδυνο πτώσης και κατάγματος.
Η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση είναι ιδιαίτερα σημαντικές, καθώς το κάταγμα ισχίου μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την κινητικότητα και την αυτονομία του ασθενούς.
Τι είναι το κάταγμα ισχίου και σε ποιους τύπους διακρίνεται;
Ως κάταγμα ισχίου ορίζεται η διακοπή της συνέχειας του οστού στο ανώτερο τμήμα του μηριαίου, κοντά στην άρθρωση του ισχίου. Η άρθρωση σχηματίζεται από την κεφαλή του μηριαίου και την κοτύλη της λεκάνης, επιτρέποντας την κίνηση και τη στήριξη του σώματος.
Το ακριβές σημείο στο οποίο εντοπίζεται το κάταγμα επηρεάζει σημαντικά και τον τρόπο αντιμετώπισής του.
Οι βασικοί τύποι είναι:
- Κάταγμα μηριαίου αυχένα
- Διατροχαντήριο κάταγμα ισχίου
- Υποτροχαντήριο κάταγμα
- Μεμονωμένο κάταγμα του μείζονος τροχαντήρα
Το κάταγμα του μηριαίου αυχένα εντοπίζεται κοντά στην κεφαλή του μηριαίου και μπορεί να επηρεάσει την αιμάτωσή της. Τα διατροχαντήρια και υποτροχαντήρια κατάγματα βρίσκονται χαμηλότερα και αντιμετωπίζονται με διαφορετικές τεχνικές οστεοσύνθεσης.
Πώς προκαλείται ένα κάταγμα ισχίου;
Στους μεγαλύτερους ασθενείς, η συχνότερη αιτία είναι για παράδειγμα μια πτώση μέσα στο σπίτι. Η οστεοπόρωση μειώνει την αντοχή των οστών, με αποτέλεσμα ακόμη και ένας μικρός τραυματισμός να μπορεί να προκαλέσει κάταγμα.
Στις νεότερες ηλικίες, τα κατάγματα ισχίου εμφανίζονται συνήθως μετά από σοβαρότερους τραυματισμούς, όπως τροχαία ατυχήματα ή πτώσεις από ύψος.
Κάταγμα Ισχίου: Ποιοι παράγοντες αυξάνουν τον κίνδυνο;
Η πτώση αποτελεί τη συχνότερη αιτία ενός κατάγματος ισχίου. Ωστόσο, υπάρχουν παράγοντες που αυξάνουν τόσο την πιθανότητα πτώσης όσο και την κατάσταση των οστών.
Σημαντικότεροι παράγοντες είναι:
- Η μεγαλύτερη ηλικία
- Η οστεοπόρωση
- Η έλλειψη βιταμίνης D
- Η μειωμένη σωματική δραστηριότητα
- Νευρολογικές παθήσεις, όπως η νόσος Parkinson
- Προβλήματα όρασης ή βάδισης
- Μη ασφαλές περιβάλλον στο σπίτι
Επιπλέον, στις γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, ο κίνδυνος είναι συχνά αυξημένος λόγω της οστεοπόρωσης μετά την εμμηνόπαυση.
Ποια συμπτώματα προκαλεί το κάταγμα ισχίου;
Τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως αμέσως μετά την πτώση ή τον τραυματισμό. Ο ασθενής συχνά δυσκολεύεται ή αδυνατεί να σηκωθεί και να πατήσει στο τραυματισμένο πόδι.
Χαρακτηριστικά συμπτώματα είναι:
- έντονος πόνος στο ισχίο ή στη βουβωνική χώρα
- αδυναμία βάδισης ή φόρτισης του κάτω άκρου
- βράχυνση του τραυματισμένου ποδιού
- έξω στροφή του πάσχοντος άκρου
- οίδημα και μώλωπες στην περιοχή
Σε ορισμένα κατάγματα χωρίς μεγάλη μετατόπιση, ο ασθενής μπορεί ακόμη να περπατά. Για τον λόγο αυτό, επίμονος πόνος στο ισχίο μετά από πτώση χρειάζεται ορθοπαιδική αξιολόγηση, ακόμη και όταν το άτομο μπορεί να σταθεί όρθιο.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Ο ορθοπαιδικός ξεκινά με τη λήψη ιστορικού και την κλινική εξέταση. Ελέγχει τον τρόπο του τραυματισμού, τη θέση του πόνου, την κινητικότητα του κάτω άκρου και τη νευροαγγειακή του κατάσταση.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ακτινογραφία του ισχίου και της λεκάνης επιβεβαιώνει το κάταγμα. Ωστόσο, ορισμένα μικρά ή μη παρεκτοπισμένα κατάγματα μπορεί να μη φαίνονται καθαρά στην πρώτη ακτινογραφία.
Όταν η κλινική υποψία παραμένει ισχυρή, μπορεί να χρειαστεί μαγνητική τομογραφία ή σε ορισμένες περιπτώσεις, αξονική τομογραφία.
Η σωστή απεικόνιση βοηθά τόσο στη διάγνωση όσο και στην ακριβή ταξινόμηση του κατάγματος και στον σχεδιασμό της κατάλληλης θεραπείας.
Κάταγμα ισχίου: Πώς αντιμετωπίζεται;
Στις περισσότερες περιπτώσεις, το κάταγμα ισχίου χρειάζεται χειρουργική αντιμετώπιση.
Στόχος της επέμβασης είναι η σταθεροποίηση ή η αντικατάσταση του τραυματισμένου τμήματος, ώστε ο ασθενής να κινητοποιηθεί όσο το δυνατόν νωρίτερα.
Η επιλογή της κατάλληλης τεχνικής εξαρτάται από τον τύπο του κατάγματος, την ηλικία, τη γενική κατάσταση του ασθενούς και το επίπεδο κινητικότητας πριν από τον τραυματισμό.
Σε διατροχαντήρια ή υποτροχαντήρια κατάγματα εφαρμόζεται συνήθως οστεοσύνθεση με ειδικά εμφυτεύματα, όπως βίδες ή πλάκες.
Αντίθετα, σε παρεκτοπισμένα κατάγματα του μηριαίου αυχένα, ιδιαίτερα σε μεγαλύτερους ασθενείς, μπορεί να επιλεγεί μερική ή ολική αρθροπλαστική ισχίου.
Η επέμβαση πραγματοποιείται συνήθως όσο το δυνατόν συντομότερα, εφόσον η γενική κατάσταση του ασθενούς το επιτρέπει.
Παράλληλα, η συντηρητική αντιμετώπιση αφορά κυρίως επιλεγμένες και σχετικά σπάνιες περιπτώσεις, όπως ορισμένα σταθερά κατάγματα ή ασθενείς στους οποίους το χειρουργείο ενέχει ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο.
Τι ακολουθεί μετά την επέμβαση;
Η θεραπεία του κατάγματος ισχίου δεν ολοκληρώνεται στο χειρουργείο. Η έγκαιρη κινητοποίηση και η αποκατάσταση αποτελούν σημαντικό μέρος της συνολικής φροντίδας.
Στα περισσότερα περιστατικά, η κινητοποίηση ξεκινά σύντομα μετά την επέμβαση, με τη βοήθεια φυσικοθεραπευτή.
Στόχος είναι ο ασθενής να επανακτήσει σταδιακά την ασφαλή βάδιση, τη μυϊκή δύναμη και όσο το δυνατόν μεγαλύτερο βαθμό ανεξαρτησίας.
Παράλληλα, δίνεται προσοχή στη σωστή αναλγησία, στη διατροφή και στην πρόληψη επιπλοκών που σχετίζονται με την παρατεταμένη ακινησία. Η αποκατάσταση προσαρμόζεται πάντα στις ανάγκες του ασθενούς.
Εξίσου σημαντικό είναι να διερευνηθεί η αιτία του κατάγματος. Σε έναν ηλικιωμένο ασθενή, το περιστατικό μπορεί να αποτελεί ένδειξη οστεοπόρωσης ή αυξημένου κινδύνου νέας πτώσης.
Για τον λόγο αυτό, συστήνεται έλεγχος της υγείας των οστών και αξιολόγηση παραγόντων που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο μελλοντικών πτώσεων.
Μπορεί να προληφθεί ένα νέο κάταγμα ισχίου;
Δεν μπορούν να προληφθούν όλα τα κατάγματα. Ωστόσο, η συστηματική άσκηση, όπου επιτρέπεται, βοηθά στη διατήρηση της μυϊκής δύναμης και της ισορροπίας. Παράλληλα, ο καλός φωτισμός στο σπίτι, η απομάκρυνση εμποδίων και η χρήση βοηθημάτων βάδισης, όπου χρειάζεται, μειώνουν τον κίνδυνο πτώσης.
Επίσης, η αξιολόγηση της οστικής πυκνότητας και η κατάλληλη θεραπεία της οστεοπόρωσης μπορούν να συμβάλουν στη μείωση του κινδύνου ενός νέου κατάγματος.
Τέλος, το κάταγμα ισχίου χρειάζεται άμεση ορθοπαιδική αξιολόγηση και κατάλληλη αντιμετώπιση. Η έγκαιρη θεραπεία και αποκατάσταση συμβάλλουν στην ασφαλέστερη επιστροφή του ασθενούς στην καθημερινότητά του.
Ο Χειρουργός Ορθοπαιδικός Σπυρίδων Αρμπής διαθέτει εξειδίκευση στην αντιμετώπιση παθήσεων και τραυματισμών του ισχίου. Επικοινωνήστε με τον ιατρό για κλείσετε το ραντεβού σας.